удерживать ~ - translation to Αγγλικά
Diclib.com
Λεξικό ChatGPT
Εισάγετε μια λέξη ή φράση σε οποιαδήποτε γλώσσα 👆
Γλώσσα:     

Μετάφραση και ανάλυση λέξεων από την τεχνητή νοημοσύνη ChatGPT

Σε αυτήν τη σελίδα μπορείτε να λάβετε μια λεπτομερή ανάλυση μιας λέξης ή μιας φράσης, η οποία δημιουργήθηκε χρησιμοποιώντας το ChatGPT, την καλύτερη τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης μέχρι σήμερα:

  • πώς χρησιμοποιείται η λέξη
  • συχνότητα χρήσης
  • χρησιμοποιείται πιο συχνά στον προφορικό ή γραπτό λόγο
  • επιλογές μετάφρασης λέξεων
  • παραδείγματα χρήσης (πολλές φράσεις με μετάφραση)
  • ετυμολογία

удерживать ~ - translation to Αγγλικά


удерживать      
удержать
v.
retain, hold, keep, suppress
удерживать      

To confine the beam to the interaction space, ...


• The electrons are confined to the ring-shaped region by a magnetic guidefield.


• The plasma is held in place (or confined, or contained) with a magnetic field.


• Large diameter studs effectively secure the column in position.


• Both the electrons and the light can be confined to a small volume in the single-heterostructure laser.

to make a deduction      
удерживать
Παραδείγματα από το σώμα κειμένου για удерживать ~
1. Сможет ли компания удерживать свои позиции далее?
2. В задачу Мардеева входило удерживать второе место.
3. Проблема в том, чтобы научиться удерживать плазму.
4. В этом и заключается искусство удерживать внимание.
5. Валерий Газзаев Удерживать позиции всегда сложнее.
Μετάφραση του &#39удерживать&#39 σε Αγγλικά